ντουζίνα
η, ουσ.
- (μαθημ.) δωδεκάδα
- (γενικότ.) δωδεκάδα όμοιων πραγμάτων.
Ετυμολογία
< βενετ. dozzina < λατιν. duodecim [= δώδεκα] < duo [= δύο] + decem [= δέκα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ντουζίνα», σ. 585. https://navalhistory.gr/lexiko/ντουζινα/