navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σούστα

σούστα

η, ουσ.

σούστα, εικόνα από το έντυπο
  1. ελατήριο κρεβατιού σπειροειδούς κατασκευής
  2. α) τύπος άμαξας με δύο ρόδες, β) η βάση στήριξης επί του άξονα σε κάρο, ιππήλατη άμαξα, τρέιλερ, κ.λπ., γ) (φρ.) «σούστα μεταλλική / χωνευτή / πλαστική / αέρος / στήθους / πλατφόρμας / ανάρτησης / πίεσης / επαναφοράς»,
  3. (ενδυμ.) είδος κουμπιού αποτελούμενο από δύο μέρη, κούμπωμα τσάντας
  4. (χορ.) παραδοσιακός κρητικός χορός.

Ετυμολογία

< βενετ. susta [= ελατήριο] < λατιν. sustare.

Παράγωγα

σουστάρω, σουστέρνω, σουστιέρης, σουστωτός, σουστάρισμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σούστα», σσ. 775-776. https://navalhistory.gr/lexiko/σουστα/