σούστα
η, ουσ.

- ελατήριο κρεβατιού σπειροειδούς κατασκευής
- α) τύπος άμαξας με δύο ρόδες, β) η βάση στήριξης επί του άξονα σε κάρο, ιππήλατη άμαξα, τρέιλερ, κ.λπ., γ) (φρ.) «σούστα μεταλλική / χωνευτή / πλαστική / αέρος / στήθους / πλατφόρμας / ανάρτησης / πίεσης / επαναφοράς»,
- (ενδυμ.) είδος κουμπιού αποτελούμενο από δύο μέρη, κούμπωμα τσάντας
- (χορ.) παραδοσιακός κρητικός χορός.
Ετυμολογία
< βενετ. susta [= ελατήριο] < λατιν. sustare.
Παράγωγα
σουστάρω, σουστέρνω, σουστιέρης, σουστωτός, σουστάρισμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σούστα», σσ. 775-776. https://navalhistory.gr/lexiko/σουστα/