προβέντζα
Και: πρεβέντζα
η, και προβέντζι, το, ουσ.
(μετεωρ.) η ξαφνική και βίαιη αλλαγή της διεύθυνσης του νότιου ανέμου σε δυνατό βόρειο που συνοδεύεται, συνήθως, από αστραπές και βροντές.
Ετυμολογία
< βενετ. provenza < τοπων. Provenza, δηλ. ο άνεμος που φυσά με κατεύθυνση από την περιοχή της *Προβηγκίας. ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ: Προβηγκία, περιοχή της νοτιοανατολικής Γαλλίας, εκτείνεται από την κοιλάδα του Ροδανού στα δυτικά μέχρι τα Ιταλικά σύνορα και τις Άλπεις στα ανατολικά, στα νότια βρέχεται από την Μεσόγειο Θάλασσα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προβέντζα και πρεβέντζα», σ. 699. https://navalhistory.gr/lexiko/προβεντζα-και-πρεβεντζα/