ματζαρόλι
το, και μετζαρόλα, η, ουσ.
φιαλίδιο με άμμο για υπολογισμό της χρονικής διάρκειας της κατάδυσης των δυτών, είδος κλεψύδρας.
Ετυμολογία
< βενετ. mazarola και mezzaruola.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ματζαρόλι», σ. 506. https://navalhistory.gr/lexiko/ματζαρολι/