λαζαρέτο
το, ουσ. [παρωχημένο]

- το λοιμοκαθαρτήριο [δες λ.], ή
- το λεπροκομείο, ή
- χώροι κράτησης ποινικών κρατουμένων σε ορισμένα από τα παραπάνω νοσηλευτήρια
- τόποι που στο παρελθόν λειτούργησαν ως λοιμοκαθαρτήρια: «Lazzaretto Vecchio» [φωτό] στη Βενετία [1423], «το λαζαρέτο της νήσου Σαιν-Μισέλ», «το λαζαρέτο της Κέρκυρας στην ομώνυμη νησίδα», «η Σπιναλόγκα», «το Angel Island, γνωστό ως Νήσος Έλις της Δύσης», «το λαζαρέτο του Ασπρέτο», στο Αζαξιό της Κορσικής, «το λαζαρέτο του Φριούλ», αποκαλούμενο ως «Νοσοκομείο Καρολίν», στη Μασσαλία, «το λαζαρέτο Μαρία-Θηρεσία», στο Τρομπελού κοντά στη Μασσαλία, «τα τρία λαζαρέτα του Λιμανιού του Λιβόρνο, – San Rocco, San Giacomo και San Leopoldo», και πολλά άλλα.
Ετυμολογία
< βενετ. lazareto < μσν. λατιν. Lazarus < μτγν. λαζάριον < Λάζαρος [= ο άγιος Λάζαρος θεωρούνταν προστάτης των λεπρών] εξελληνισμένος τύπος του εβραϊκού ονόματος Ἐλεάζαρ [= ο θεός βοηθός] < τιβεριανή εκφορά ʼElʽāzār, ή
ή < ιταλ. lazzareto < Nazareto, με παρετυμολόγηση προς το παλαιότ. lazzaro [= επαίτης, αλλά και λεπρός], από το πρώτο λαζαρέτο - λοιμοκαθαρτήριο που ιδρύθηκε στη Βενετία το 1403 στο μικρό νησί της Santa Maria di Nazareth [= Αγία Μαρία της Ναζαρέτ] που βρίσκεται στη βενετική λιμνοθάλασσα και σήμερα ονομάζεται «Lazzaretto Vecchio».
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λαζαρέτο», σ. 472. https://navalhistory.gr/lexiko/λαζαρετο/