αρόδο
επίρρ.
- για πλοία που είναι αγκυροβολημένα μακριά από την ακτή
- (γενικότ.) σε μακρινή απόσταση.
Ετυμολογία
< βενετ. a roda [= στα ανοικτά], ή
ή < γαλλ. rade [= λιμάνι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρόδο», σ. 119. https://navalhistory.gr/lexiko/αροδο/