navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βάρδια

βάρδια

η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]

  1. (στρατ.) α) φρουρά, σκοπιά, βίγλα, β) σκοπός, σκοπιωρός, βιγλάτορας, γ) η φυλακή, δ) ο φύλακας
  2. α) υπηρεσία εργατών ή υπαλλήλων, β) εναλλασσόμενη ομάδα εργασίας
  3. (συνεκδ.) η χρονική διάρκεια κατά την οποία ο εργαζόμενος ή η ομάδα εργασίας ασκεί τα καθήκοντά της
  4. (έκφρ.) «βάρδια απογευματινή / νυχτερινή / πρωινή / τετράωρος εναλλασσόμενη / απογευματινή / δίωρος, μεσονύκτιος», «σκάντζα βάρδια», δηλ. αλλαγή βάρδιας, «είμαι βάρδια» δηλ. είμαι σκοπός.

Ετυμολογία

< βενετ. vardia < αρχ. γερμ. warda.

Παράγωγα

βαρδιάτορας, βαρδιατόρος βαρδιάνος.

Σημείωμα

Η βάρδια στα πολεμικά πλοία διακρίνεται σε γενική ναυτική (πολεμική, κίνησης αγκυροβολίου) και ειδική ( π.χ. βάρδια διεύθυνσης μηχανών). Δυσκολότερη βάρδια θεωρείται η 1η νυχτερινή, που ξεκινά από τις 0.00 και φθάνει ως τις 4.00 την οποία παραστατικά σε όλους τους στόλους του κόσμου ονομάζουν «σκυλίσια».

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βάρδια», σσ. 147-148. https://navalhistory.gr/lexiko/βαρδια/