μανούβρα
η, ουσ.
- σύνολο επιδέξιων κινήσεων, που εκτελεί ο οδηγός οχήματος ή σκάφους για ν’ αποφύγει κάποιο δύσκολο και επικίνδυνο σημείο, συνών. ζικ-ζακ, ελιγμός
- (μτφ.) πολιτικές ή στρατιωτικές κινήσεις που εκτελούνται με στόχο την αποτροπή κάποιου δυσάρεστου επεισοδίου ή την πραγμάτωση μίας εθνικής επιτυχίας – νίκης, συνών. τέχνασμα, στρατήγημα
- (μτφ.) ενέργεια που πραγματοποιείται, δια της πλαγίας οδού, με σκοπό την επίτευξη ενός στόχου, συνών. κόλπο.
Ετυμολογία
< βενετ. manuvra.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μανούβρα», σ. 500. https://navalhistory.gr/lexiko/μανουβρα/