navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μαΐστρος

μαΐστρος

ο, ουσ. [χωρίς πληθ.]

  1. (μετεωρ.) χαμηλής εντάσεως δροσερός βορειοδυτικός άνεμος που φυσά τους καλοκαιρινούς μήνες, συνών. (αρχ.) σκίρων, ἀργεστής [στον Ησίοδο], ἰᾶπυξ, και ολυμπιάς
  2. (μουσ.) ο διευθυντής ορχήστρας, μαέστρος.

Ετυμολογία

μσν. < βενετ. maistro < λατιν. magister [= άρχοντας, επιστάτης, δάσκαλος και μέγας] < magnus [= μέγας].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαΐστρος», σ. 497. https://navalhistory.gr/lexiko/μαιστροσ/