μαΐστρος
ο, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- (μετεωρ.) χαμηλής εντάσεως δροσερός βορειοδυτικός άνεμος που φυσά τους καλοκαιρινούς μήνες, συνών. (αρχ.) σκίρων, ἀργεστής [στον Ησίοδο], ἰᾶπυξ, και ολυμπιάς
- (μουσ.) ο διευθυντής ορχήστρας, μαέστρος.
Ετυμολογία
μσν. < βενετ. maistro < λατιν. magister [= άρχοντας, επιστάτης, δάσκαλος και μέγας] < magnus [= μέγας].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαΐστρος», σ. 497. https://navalhistory.gr/lexiko/μαιστροσ/