navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πισίνα

πισίνα

η, ουσ.

(αθλητ.) τεχνητή δεξαμενή για κολύμβηση.

Ετυμολογία

< βενετ. pisina < λατιν. piscina [= ιχθυοτροφείο] < piscis [= ψάρι].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πισίνα», σ. 665. https://navalhistory.gr/lexiko/πισινα/