μπούκα
η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]
- στόμιο
- είσοδος σε λιμάνι, στο στόμιο πυροβόλου όπλου, σε υπόνομο κ.λπ.
- υπόνομος, σήραγγα
- [παρωχημένο] η βουκιά ή μπουκιά, η ποσότητα του ψωμιά που χωράει στο στόμα.
Ετυμολογία
< βενετ. buca [= τρύπα, στενό άνοιγμα] αλλά και
ή βενετ. ή ιταλ. bocca [= στόμα, στόμιο πυροβόλου] < λατιν. bucca [= μάγουλο, γνάθος].
Παράγωγα
μπουκιά, μπουκώνω, μπούκωμα, μπουκουνιά.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπούκα», σ. 551. https://navalhistory.gr/lexiko/μπουκα/