navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μπούκα

μπούκα

η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]

  1. στόμιο
  2. είσοδος σε λιμάνι, στο στόμιο πυροβόλου όπλου, σε υπόνομο κ.λπ.
  3. υπόνομος, σήραγγα
  4. [παρωχημένο] η βουκιά ή μπουκιά, η ποσότητα του ψωμιά που χωράει στο στόμα.

Ετυμολογία

< βενετ. buca [= τρύπα, στενό άνοιγμα] αλλά και

ή βενετ. ή ιταλ. bocca [= στόμα, στόμιο πυροβόλου] < λατιν. bucca [= μάγουλο, γνάθος].

Παράγωγα

μπουκιά, μπουκώνω, μπούκωμα, μπουκουνιά.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπούκα», σ. 551. https://navalhistory.gr/lexiko/μπουκα/