navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μπόρα

μπόρα

η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]

  1. (μετεωρ.) ξαφνική ραγδαία βροχή που διαρκεί λίγη ώρα, θύελλα, ανεμοβρόχι
  2. (μτφ.) μεγάλη, ξαφνική και παροδική συμφορά
  3. (μετεωρ.) ψυχρός και δυνατός ΒΔ άνεμος στην περιοχή της Αδριατικής.

Ετυμολογία

(αντιδάνειο) < βενετ. bora < λατιν. boreas [= βόρειος άνεμος] < αρχ. βορέας.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπόρα», σ. 549. https://navalhistory.gr/lexiko/μπορα/