μπόρα
η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]
- (μετεωρ.) ξαφνική ραγδαία βροχή που διαρκεί λίγη ώρα, θύελλα, ανεμοβρόχι
- (μτφ.) μεγάλη, ξαφνική και παροδική συμφορά
- (μετεωρ.) ψυχρός και δυνατός ΒΔ άνεμος στην περιοχή της Αδριατικής.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < βενετ. bora < λατιν. boreas [= βόρειος άνεμος] < αρχ. βορέας.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπόρα», σ. 549. https://navalhistory.gr/lexiko/μπορα/