ροσμαρί
το, και γιοσμαρίνι, ουσ.
- η δροσιά της θάλασσας
- μεσογειακό είδος φυτού
- το δεντρολίβανο ή αρισμαρί, αρωματικό είδος θάμνου.
Ετυμολογία
< βενετ. rosmarin.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ροσμαρί», σ. 734. https://navalhistory.gr/lexiko/ροσμαρι/