navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μπο(υ)γάζι

μπο(υ)γάζι

το, ουσ. [γεν. μπουγαζ-ιού, -ιών]

  1. (ανατ.) λαρύγγι
  2. (γεωγρ.) α) θαλάσσιο στενό, πορθμός, πέραμα, β) στενό πέρασμα ανάμεσα σε βουνοπλαγιές, δερβένι, γ) το στόμιο των ιχθυοτροφείων
  3. (συνεκδ.) ρεύμα αέρα που σχηματίζεται εξαιτίας κάποιου στενού περάσματος.

Ετυμολογία

< τουρκ. bogaz [= 1. λαιμός, λαρύγγι, 2. θαλάσσια λωρίδα, 3. φαράγγι, χαράδρα, 4. [μτφ.] τροφή, φαγητό, 5. πιοτό].

Παράγωγα

μπο(υ)γαζάρω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπο(υ)γάζι», σ. 551. https://navalhistory.gr/lexiko/μπουγαζι/