ομφαλός
ο, ουσ.

- (ανατ.) ο αφαλός, το σημάδι στο εξωτερικό τμήμα της κοιλιακής μας χώρας στο οποίο κατέληγε ο ομφάλιος λώρος κατά την εμβρυϊκή ηλικία
- (μτφ.) το πιο κεντρικό σημείο ενός αντικειμένου ή ενός χώρου, (φρ.) «ομφαλός τροχού / έλικα / εμβόλου / της Γης»,
- (ειδικότ.) το κυρίως σώμα ορισμένων τύπων κλειδαριάς μέσα στο οποίο μπαίνει το κλειδί.
Ετυμολογία
< αρχ. ὀμφαλός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ομφαλός», σ. 604. https://navalhistory.gr/lexiko/ομφαλοσ/