μέτωπο
το, ουσ.
- (ανατ.) το μέρος του προσώπου που βρίσκεται πάνω από τα φρύδια, κούτελο
- (μτφ.) α) η μπροστινή όψη του οικοδομήματος, β) (στρατ.) πρώτη σειρά του στρατιωτικού σχηματισμού, η πρώτη γραμμή, γ) (στρατ.) ζώνη εντός της οποίας πραγματοποιούνται πολεμικές επιχειρήσεις
- (φρ.) α) «μέτωπο θαλάσσης», η διαχωριστική επιφάνεια ανάμεσα σε δύο γειτονικές θαλάσσιες μάζες με διαφορετική πυκνότητα και θερμοκρασία, β) «γραμμή μετώπου», πλεύση πλοίων σε σειρά, νηοπομπή, ή το ένα δίπλα στο άλλο ή πολύ κοντά μεταξύ τους. στη ναυτική πολεμική τακτική υπάρχει μόνο μία γραμμή αποτελούμενη κυρίως από μάχιμα σκάφη, γ) «μέτωπο καιρού / θερμό / ψυχρό / συνεσφιγμένο / στάσιμο».
Ετυμολογία
< αρχ. μέτωπον.
Παράγωγα
μετωπιαίος, μετωπικός, μετωπηδόν, μετωπίας.
Σύνθετα
μετωπορρινικός, μετωποσκοπία, μετωποσκοπικός, μετωποσκόπος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μέτωπο», σ. 522. https://navalhistory.gr/lexiko/μετωπο/