περιλαίμιο
το, ουσ.
- δερμάτινη ή μεταλλική λωρίδα που τοποθετείται γύρω από το λαιμό, συνήθως, ενός κατοικίδιου ζώου, συνών. κολάρο, λαιμαριά, περιαυχένιο, κολάρο, (φρ.) «περιλαίμιο στεγανότητας / ασφαλείας / δερμάτινο / παραλλαγής / σκύλου / μοτοσικλετιστή / αθλητικό / αντιπαρασιτικό / απωθητικό / πολυμορφικό»,
- (ενδυμ.) α) ενδυματολογική εξάρτηση, κυρίως ανδρών, αλλιώς: γραβάτα, β) είδος γιακά σε ένδυμα, συνήθως πουκαμίσου, γύρω από το λαιμό ενός ανθρώπου
- παλαιότερη ενδυματολογική επιλογή παιδιών και ναυτών
- (μηχανολογία) στεφάνη στεγανοποίησης.
Ετυμολογία
< περι- + [αρχ.] λαιμ(ός) + -ιο.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «περιλαίμιο», σ. 653. https://navalhistory.gr/lexiko/περιλαιμιο/