navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › περιλαίμιο

περιλαίμιο

το, ουσ.

  1. δερμάτινη ή μεταλλική λωρίδα που τοποθετείται γύρω από το λαιμό, συνήθως, ενός κατοικίδιου ζώου, συνών. κολάρο, λαιμαριά, περιαυχένιο, κολάρο, (φρ.) «περιλαίμιο στεγανότητας / ασφαλείας / δερμάτινο / παραλλαγής / σκύλου / μοτοσικλετιστή / αθλητικό / αντιπαρασιτικό / απωθητικό / πολυμορφικό»,
  2. (ενδυμ.) α) ενδυματολογική εξάρτηση, κυρίως ανδρών, αλλιώς: γραβάτα, β) είδος γιακά σε ένδυμα, συνήθως πουκαμίσου, γύρω από το λαιμό ενός ανθρώπου
  3. παλαιότερη ενδυματολογική επιλογή παιδιών και ναυτών
  4. (μηχανολογία) στεφάνη στεγανοποίησης.

Ετυμολογία

< περι- + [αρχ.] λαιμ(ός) + -ιο.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «περιλαίμιο», σ. 653. https://navalhistory.gr/lexiko/περιλαιμιο/