εχίνος
ο, ουσ.

- (ζωολ.) ο σκαντζόχοιρος
- (ιχθυολ.) ο θαλάσσιος αχινός [δες λ.]
- (κτην.) το τρίτο σε σειρά στομάχι των μηρυκαστικών ζώων στο οποίο πραγματοποιείται η διαδικασία της πέψης
- (αρχιτ.) τμήμα του δωρικού κιονόκρανου που στηρίζει τον άβακα.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐχῖνο(ς) [= αχινός, σκαντζόχοιρος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εχίνος», σ. 323. https://navalhistory.gr/lexiko/εχινοσ/