επίκρανο
το, ουσ.
- οτιδήποτε τοποθετείται πάνω στο κεφάλι ως κάλυμμα ή ως κόσμημα,, κεφαλόδεσμος
- (στρατ.) η κουκούλα στη στρατιωτική χλαίνη
- (αρχιτ.) κιονόκρανο, το πάνω μέρος της παραστάδας.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπίκρανον < ἐπί + κράνος < κάρα [= κεφάλι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επίκρανο», σ. 291. https://navalhistory.gr/lexiko/επικρανο/