navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Θ › θέρμες

θέρμες

οι, ουσ.

(αρχιτ.) α) δημόσια λουτρά, στην αρχαία Ρώμη, που συνήθως ανήκαν σε ένα ευρύτερο κτιριακό συγκρότημα και λειτουργούσαν ως χώροι αναψυχής, άθλησης, ανάπαυσης κ.λπ. β) ιδιωτικά λουτρά σε ρωμαϊκές επαύλεις, λουτρώνας, γ) πηγές με ιαματικές ιδιότητες.

Ετυμολογία

(αντιδάνειο) < λατιν. thermae < μτγν. θέρμαι [= θερμές πηγές].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θέρμες», σ. 354. https://navalhistory.gr/lexiko/θερμεσ/