navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ευθυντηρία

ευθυντηρία

η, ουσ.

  1. μεταλλικό πρισματικό, συνήθως, εξάρτημα μηχανής, το οποίο ακολουθεί ευθύγραμμη, κυκλική ή ελικοειδή κίνηση
  2. λεία πλάκα, παράλληλη προς τον άξονα τού κυλίνδρου, η οποία βοηθάει την ευθύγραμμη παλινδρόμηση του εμβόλου ατμομηχανής
  3. (αρχιτ.) [παλαιότερα] τμήμα της βάσης αρχαίου ναού [επίστρωμα] πάνω στο οποίο χτίζανε το κρηπίδωμα
  4. (αρχ.) το μέρος του πλοίου στο οποίο ήταν σταθερά προσαρμοσμένο το πηδάλιο
  5. (φρ.) «ευθυντηρία ζυγώματος / πυξίδας», «επιφάνεια / πέδιλο ευθυντηρίας».

Ετυμολογία

< αρχ. εὐθυντήριος, -ία, -ον.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευθυντηρία», σ. 315. https://navalhistory.gr/lexiko/ευθυντηρια/