ευθυντηρία
η, ουσ.
- μεταλλικό πρισματικό, συνήθως, εξάρτημα μηχανής, το οποίο ακολουθεί ευθύγραμμη, κυκλική ή ελικοειδή κίνηση
- λεία πλάκα, παράλληλη προς τον άξονα τού κυλίνδρου, η οποία βοηθάει την ευθύγραμμη παλινδρόμηση του εμβόλου ατμομηχανής
- (αρχιτ.) [παλαιότερα] τμήμα της βάσης αρχαίου ναού [επίστρωμα] πάνω στο οποίο χτίζανε το κρηπίδωμα
- (αρχ.) το μέρος του πλοίου στο οποίο ήταν σταθερά προσαρμοσμένο το πηδάλιο
- (φρ.) «ευθυντηρία ζυγώματος / πυξίδας», «επιφάνεια / πέδιλο ευθυντηρίας».
Ετυμολογία
< αρχ. εὐθυντήριος, -ία, -ον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευθυντηρία», σ. 315. https://navalhistory.gr/lexiko/ευθυντηρια/