σιλικόνη
η, ουσ.
(χημ.) καθεμιά από τις οξυγονούχες οργανικές ενώσεις του πυριτίου που έχουν πολλαπλές εφαρμογές στον κατασκευαστικό τομέα αλλά και στην πλαστική χειρουργική.
Ετυμολογία
< αγγλ. silicon < λατιν. silex [= πυρόλιθος, χαλίκι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σιλικόνη», σ. 760. https://navalhistory.gr/lexiko/σιλικονη/