σκάνδιο
το, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(χημ.) μαλακό, αργυρόλευκο μέταλλο της ομάδας των σπάνιων γαιών, έχει παρόμοιες ιδιότητες με το βάριο και το ασβέστιο, χρησιμοποιείται στα πυροτεχνήματα για να δίνει το κόκκινο χρώμα.
Ετυμολογία
< νεολατιν. scandium < τοπων. Scandia (επειδή ανακαλύφθηκε στην Σκανδιναβία [δες λ.] και γιατί βρίσκεται σε αξιόλογες ποσότητες στο έδαφός της).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκάνδιο», σ. 763. https://navalhistory.gr/lexiko/σκανδιο/