σίδηρος
ο, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- (χημ.) χημικό στοιχείο της ομάδας των μετάλλων, το τέταρτο σε διάδοση στοιχείο στο φλοιό της γης, πολύτιμο στην βιομηχανία μετάλλου, (φρ.) «σίδηρος ακατέργαστος / γαλβανισμένος / ελατός / επιψευδαργυρωμένος / λεπτόκοκκος / χονδρόκοκκος ψυχρήλατος / μαλακός / πεπλατυσμένος / σφυρήλατος / θειικός / χηλικός / φυτικός»,
- (βιολ.) ένα από τα βασικότερα στοιχεία του αίματος αλλά και πολλών τροφών.
Ετυμολογία
< αρχ. σίδηρος, [για τη 2η ερμ.] σημδ. από τη γαλλ. fer.
Παράγωγα
σιδηρούς, σιδηρίτης.
Σύνθετα
χυτοσίδηρος, σιδηρόσκονη, σιδηρομπετόν.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σίδηρος», σ. 759. https://navalhistory.gr/lexiko/σιδηροσ/