navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σέπια

σέπια

η, ουσ. [χωρίς πληθ.]

  1. (χημ.) καστανόχρωμη χρωστική ουσία που προέρχεται από το μελάνι της σουπιάς ή του καλαμαριού και χρησιμοποιείται από τους ζωγράφους ως μελάνι σχεδιάσεως
  2. (συνεκδ.) χαρακτικό που δημιουργήθηκε από υδρόχρωμα που έχει ως βάση του τη σέπια.

Ετυμολογία

< (αντιδάνειο) νεολατιν. sepia < λατιν. sepia < αρχ. σηπία [= σουπιά].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σέπια», σ. 751. https://navalhistory.gr/lexiko/σεπια/