σέπια
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- (χημ.) καστανόχρωμη χρωστική ουσία που προέρχεται από το μελάνι της σουπιάς ή του καλαμαριού και χρησιμοποιείται από τους ζωγράφους ως μελάνι σχεδιάσεως
- (συνεκδ.) χαρακτικό που δημιουργήθηκε από υδρόχρωμα που έχει ως βάση του τη σέπια.
Ετυμολογία
< (αντιδάνειο) νεολατιν. sepia < λατιν. sepia < αρχ. σηπία [= σουπιά].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σέπια», σ. 751. https://navalhistory.gr/lexiko/σεπια/