navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › στουπέτσι

στουπέτσι

το, ουσ. [χωρίς γεν.]

  1. (χημ.) ανθρακικός μόλυβδος
  2. (συνεκδ.) λευκό βερνίκι παπουτσιών
  3. (μτφ.) κάτι που αφήνει άσχημη γεύση ή επίγευση στο στόμα.

Ετυμολογία

< τουρκ. üstübeç [= δηλητηριώδης λευκή χρωστική ουσία που αποτελείται από ανθρακικό μόλυβδο και χρησιμοποιείται στη βιομηχανία χρωμάτων] < περσικής προέλευσης.  Την εποχή που παίζαμε χαρτιά, σχεδόν κάθε μέρα, στο καφενείο «H ωραία Λέσβος», στου Χρήστου Λαδά, ο φίλος μου ο Δημητράκης όποτε έπιανε τον Γιώργο, τον «Υδράργυρο» και τον Βασίλη («το Πιράνχας», το παρατσούκλι του) να κλέβουν, φώναζε, κατακόκκινος από θυμό: «Ρε σεις, όταν θα σας βάλουνε στο κασόνι για να σας θάψουνε δεν θα λειώσετε στο χώμα! Τέτοια λαμόγια είσαστε! Για να λειώσετε θα σας ρίχνουνε στουπέτσι»! Έτσι το ‘ξερα κι εγώ. Πεθαίνει ο αμαρτωλός, αλλά το σώμα του δεν λειώνει στο χώμα. Και για να λειώσει τού ρίχνουν στουπέτσι. ►http://www.greek-language.gr/greekLang/modern [10-4-2006] εφημερίδα τα «ΝΕΑ».

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στουπέτσι», σσ. 789-790. https://navalhistory.gr/lexiko/στουπετσι/