navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › συντηρητικό

συντηρητικό

το, ουσ.

(χημ.) α) φυσική ή χημική ουσία που χρησιμοποιείται για να αποφεύγεται η αλλοίωση των τροφίμων, β) χημική ουσία, προϊόν βιομηχανικής επεξεργασίας, για προστασία του ξύλου από τη φθορά.

Ετυμολογία

< συντηρώ + -τικό.

Επιρρήματα

συντηρητικά [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συντηρητικό», σ. 805. https://navalhistory.gr/lexiko/συντηρητικο/