navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › νηνεμία

νηνεμία

η, ουσ.

(μετεωρ.)

  1. α) καιρική κατάσταση κατά την οποία παρατηρείται έλλειψη ανέμου, συνών. άπνοια, απανεμιά, κάλμα, β) η γαλήνη που δημιουργεί η άπνοια στη θάλασσα, μπουνάτσα, κάλμα, αντών. φουσκοθαλασσιά, τρικυμία
  2. (μτφ.) απόλυτη ηρεμία, απουσία ψυχικής ή κοινωνικής έντασης.

Ετυμολογία

< αρχ. νηνεμία < [πρόθημα] νη- + ἄνεμος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νηνεμία», σ. 574. https://navalhistory.gr/lexiko/νηνεμια/