νέφωση
η, ουσ.
(μετεωρ.) η κάλυψη μέρους του ουράνιου θόλου με ποσότητα νεφών, συνών. συννέφιασμα, (φρ.) «κλίμακα νέφωσης», εμπειρική οκταβάθμια ή δεκαβάθμια κλίμακα μέτρησης κάλυψης του ουράνιου θόλου με νέφη.
Ετυμολογία
< μτγν. νέφω(σις) -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νέφωση», σ. 574. https://navalhistory.gr/lexiko/νεφωση/