navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › νοτιάς

νοτιάς

ο, ουσ. [πληθ. νοτιάδες]

  1. (μετεωρ.) α) ο νότιος άνεμος, η νοτιά, συνών. όστρια, αντών. βοριάς, β) ο υγρός καιρός που οφείλεται στο νότιο άνεμο
  2. ένα από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, ο νότος.

Ετυμολογία

< νοτιά + -ς.

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νοτιάς», σ. 581. https://navalhistory.gr/lexiko/νοτιασ/