navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › νεφοσκόπιο

νεφοσκόπιο

το, ουσ.

(μετεωρ.) μετεωρολογικό όργανο για την παρατήρηση και καταμέτρηση της ταχύτητας των νεφών.

Ετυμολογία

< νέφος + -σκόπιο < σκοπέω [= παρατηρώ, ατενίζω, παρακολουθώ, εξετάζω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νεφοσκόπιο», σ. 573. https://navalhistory.gr/lexiko/νεφοσκοπιο/