άπνοια
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(μετεωρ.) η έλλειψη ανέμου, συνών. νηνεμία, γαλήνη, μπουνάτσα, απανεμιά.
Ετυμολογία
< αρχ. ἄπνοια.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άπνοια», σ. 104. https://navalhistory.gr/lexiko/απνοια/