νοτιοδυτικός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που βρίσκεται ή είναι στραμμένος προς το ενδιάμεσο σημείο του ορίζοντα δύσης και νότου, συνών. δυτικομεσημβρινός, αντών. βορειοανατολικός
- (μετεωρ.) [ΝΔ.] άνεμος προερχόμενος από το νοτιοδυτικό σημείο του ορίζοντα, συνών. λίβας, (λαϊκ.) γαρμπής.
Επιρρήματα
νοτιοδυτικά [επίρρ.].
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νοτιοδυτικός», σ. 581. https://navalhistory.gr/lexiko/νοτιοδυτικοσ/