νιφάδα
η, ουσ.
- (μετεωρ.) καθένα από τα κρυσταλλικά κομμάτια που πέφτουν στη γη τους χειμερινούς μήνες, τουλούπα του χιονιού
- οτιδήποτε έχει κυκλικό σχήμα και θυμίζει νιφάδα χιονιού.
Ετυμολογία
< αρχ. νιφάς, γεν. νιφάδος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νιφάδα», σ. 578. https://navalhistory.gr/lexiko/νιφαδα/