navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λουτρό

λουτρό

το, ουσ.

  1. το πλύσιμο του σώματος με σαπούνι και νερό
  2. το βούτηγμα αντικειμένου μέσα σε νερό ή σε χημικές ουσίες για τεχνικές εφαρμογές
  3. (αρχιτ.) α) το δωμάτιο του σπιτιού ή του σκάφους στο οποίο μπορεί να κάνει κανείς το μπάνιο του, β) κτηριακές εγκαταστάσεις που προσφέρουν την κατάλληλη υποδομή για να κάνει κανείς το μπάνιο του μαζί με άλλους
  4. (πληθ.) λουτρά, ιαματικές πηγές και οι εγκαταστάσεις που τις πλαισιώνουν.

Ετυμολογία

< αρχ. λουτρόν < λούω + -τρον.

Σύνθετα

λουτροθεραπεία, λουτροθεραπευτήριο, λουτροκαμπινέ, λουτρομπόλια [= αδιάβροχο σκουφάκι κεφαλής], λουτρόπολη, λουτροφόρος [= (αρχαιολ.) είδος αγγείου σε γαμήλιες ή σε επικήδειες τελετές], λουτροπαροχή, λουτρολογία, λουτροπουκάμισο, λουτρότοπος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λουτρό», σσ. 490-491. https://navalhistory.gr/lexiko/λουτρο/