λουτρό
το, ουσ.
- το πλύσιμο του σώματος με σαπούνι και νερό
- το βούτηγμα αντικειμένου μέσα σε νερό ή σε χημικές ουσίες για τεχνικές εφαρμογές
- (αρχιτ.) α) το δωμάτιο του σπιτιού ή του σκάφους στο οποίο μπορεί να κάνει κανείς το μπάνιο του, β) κτηριακές εγκαταστάσεις που προσφέρουν την κατάλληλη υποδομή για να κάνει κανείς το μπάνιο του μαζί με άλλους
- (πληθ.) λουτρά, ιαματικές πηγές και οι εγκαταστάσεις που τις πλαισιώνουν.
Ετυμολογία
< αρχ. λουτρόν < λούω + -τρον.
Σύνθετα
λουτροθεραπεία, λουτροθεραπευτήριο, λουτροκαμπινέ, λουτρομπόλια [= αδιάβροχο σκουφάκι κεφαλής], λουτρόπολη, λουτροφόρος [= (αρχαιολ.) είδος αγγείου σε γαμήλιες ή σε επικήδειες τελετές], λουτροπαροχή, λουτρολογία, λουτροπουκάμισο, λουτρότοπος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λουτρό», σσ. 490-491. https://navalhistory.gr/lexiko/λουτρο/