navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έρεβος

έρεβος

το, ουσ.

  1. βαθύ σκοτάδι, τέλεια απουσία φωτός, συνών. ζόφος
  2. (αρχ.) α) σκοτεινός τόπος μεταξύ Γης και Άδη, κατάλληλος για τη διάβαση των νεκρών, β) «έρεβος ύφαλον», το απόλυτο σκοτάδι στα βάθη της θάλασσας
  3. (μυθολ.) [ως κύρ. όν.:] *Έρεβος, μυθικό πρόσωπο του Κάτω Κόσμου.

Ετυμολογία

< αρχ. ἔρεβος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έρεβος», σσ. 307-308. https://navalhistory.gr/lexiko/ερεβοσ/