έρεβος
το, ουσ.
- βαθύ σκοτάδι, τέλεια απουσία φωτός, συνών. ζόφος
- (αρχ.) α) σκοτεινός τόπος μεταξύ Γης και Άδη, κατάλληλος για τη διάβαση των νεκρών, β) «έρεβος ύφαλον», το απόλυτο σκοτάδι στα βάθη της θάλασσας
- (μυθολ.) [ως κύρ. όν.:] *Έρεβος, μυθικό πρόσωπο του Κάτω Κόσμου.
Ετυμολογία
< αρχ. ἔρεβος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έρεβος», σσ. 307-308. https://navalhistory.gr/lexiko/ερεβοσ/