ελευθερία
Και: (ε)λευθεριά, λευτεριά
η, ουσ.
- (πολιτ.) κατάσταση ανεξαρτησίας, απόλυτης αυτοδιαχείρισης μη ελεγχόμενης από ξένα κέντρα
- έλλειψη καταναγκασμού
- σωτηρία
- έλλειψη δισταγμού
- καθετί το προσιτό και επιτρεπόμενο
- (νεοελλ.) α) τοκετός, β) ευχέρεια, γ) το δικαίωμα της θρησκευτικής επιλογής και λατρείας
- (μσν.) α) προνόμιο, β) κυριότητα περιουσιακού στοιχείου, γ) γενναιοδωρία, δ) ευκινησία
- (έκφρ.) «ελευθερία της βουλήσεως», το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να διαμορφώνει και να υλοποιεί τις επιλογές του, «ελευθερία του πνεύματος», η απουσία οποιουδήποτε στοιχείου που εμποδίζει τη σκέψη, «ελευθερία του λόγου», το δικαίωμα της ανεμπόδιστης έκφρασης, «ελευθερία του τύπου», η ελευθεροτυπία, «αστική ελευθερία», «ατομική ελευθερία», «κοινωνική ελευθερία», θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατίας, «ελευθερία θαλασσοπλοΐας – freedom of the seas»,
- (μυθολ.) [ως κύρ. όν.:] η *Ελευθερία, μία από τις εννέα Αρετές.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐλεύθερος, -α, -ον ή -ος, -ον, [= αυτός που έχει τη δυνατότητα να ασκεί τα πολιτικά του δικαιώματα και να απολαμβάνει των προνόμια που ορίζουν οι νόμοι].
Παράγωγα
ελευθεριάζω [= 1. συμπεριφέρομαι σαν ελεύθερος, 2. υπερβαίνω των ορίων, παρεκτρέπομαι]. ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Ελευθερία, αρχαία θεότητα, προσωποποίηση της ελευθερίας. Αδελφές της η Ανδρεία, η Δικαιοσύνη, η Καλοκαγαθία, η Σωφροσύνη, η Ευταξία, η Επιστήμη, η Εγκράτεια και η Πραότητα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ελευθερία και (ε)λευθεριά και λευτεριά», σσ. 259-260. https://navalhistory.gr/lexiko/ελευθερια-και-ελευθερια-και-λευτερια/