ειρήνη
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]


1 (κοινωνιολ.) η απουσία κοινωνικών εσωτερικών ταραχών ή εξωτερικών μιλιταριστικών επιδιώξεων, 2. κατάσταση ησυχίας, ψυχικής ηρεμίας, συνών. γαλήνη, αταραξία, 3. (πολιτ.) σύνολο όρων συνθήκης που τερματίζει τις εχθροπραξίες σε δύο ή περισσότερα κράτη, 4. [ως κύρ. όν.:] α) (ιστορ.) ονομασία βυζαντινών βασιλισσών και πριγκιπισσών, β) (εκκλ.) ονομασία αγίων της χριστιανικής θρησκείας, γ) (μυθολ.) η *Ειρήνη, αρχαία ελληνική θεότητα, προσωποποίηση της ειρήνης, 5. (φρ.) α) «ἐν εἰρήνῃ», συνήθως, επιτάφια επιγραφή, β) «άγγελος ειρήνης», προστάτης άγγελος της ψυχικής ηρεμίας, γ) «λόγοι ειρήνης», ενωτικοί λόγοι, δ) «το δέντρο της ειρήνης», η ελιά, ε) «ρωμαϊκή ειρήνη» ή «pax romana», η ιδιότυπη ειρήνη που επέβαλαν οι Ρωμαίοι στη Μεσόγειο, στ) «κοινωνική ειρήνη», απουσία κοινωνικών αναστατώσεων, ζ) «εργασιακή ειρήνη», η ομαλή σχέση εργαζομένων και εργοδοτών, η) «κίνημα ειρήνης», το σύνολο των οργανώσεων αλλά και των μεμονωμένων πολιτών που μοχθούν για την επικράτηση και διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης, θ) «ειρήνη υμίν», ευχή για γαλήνια ζωή.
Ετυμολογία
< αρχ. εἰρήνη.
Παράγωγα
ειρηνισμός [= θεωρία που αποτρέπει τη χρήση βίας], ειρηνιστής [= ο οπαδός του ειρηνισμού], ειρηνεύω, ειρηνικός.
Σύνθετα
ειρηνοδικείο, ειρηνοδίκης, ειρηνοποιός, ειρηνοποιώ, ειρηνοφιλία, ειρηνόφιλος, ειρηνοφιλία, ειρηνόφιλος, ειρηνοφόρος. ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Ειρήνη, κόρη του Δία και της Θέμιδας (Ησίοδ. Θεογ. 902). Μία από τις τρεις Ώρες, αδελφές της η Δίκη και η Ευνομία. Στο πρόσωπό της οριοθετήθηκε και, συνάμα, θεοποιήθηκε η ιδέα της ειρήνης και των αγαθών που πηγάζουν από αυτήν, του πλούτου δηλαδή και της ευφορίας.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ειρήνη», σ. 247. https://navalhistory.gr/lexiko/ειρηνη/