navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ζ › ζόφος

ζόφος

ο, ουσ.

ζόφος, εικόνα από το έντυπο
  1. το πυκνό σκοτάδι του Κάτω Κόσμου, του Άδη, συνών. έρεβος
  2. (μτφ.) α) οτιδήποτε που εμπνέει τρόμο, φόβο, β) μελαγχολία, κατήφεια, γ) (γενικότ.) κάθε σκοτάδι.

Ετυμολογία

< αρχ. ζόφος [= σκοτάδι, σκοτεινιά].

Παράγωγα

ζοφερός > ζοφερότητα, ζοφώδης. [φωτό: «Το κράτος του Ζόφου», Λ. Τολστόι, εκδ. Γανιάρης].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζόφος», σ. 328. https://navalhistory.gr/lexiko/ζοφοσ/