ερεβώδης
-ης, -ες, επίθ.
- αυτός που μοιάζει με το έρεβος
- (μτφ.) ο πολύ κακός άνθρωπος, συνών. μοχθηρός, πανούργος, ραδιούργος, μηχανορράφος, δολοπλόκος.
Ετυμολογία
< αρχ. ἔρεβος.
Μυθολογια
Έρεβος, προσωποποίηση του απόλυτου σκοταδιού, ταυτιζόμενη με τον Τάρταρο και τον Κάτω Κόσμο. Κατά τον Ησίοδο, μυθολογήθηκε ως γέννημα του Χάους, αδελφός και σύζυγος της Νύχτας που από την ένωσή τους προήλθαν η Ημέρα, ο Αιθέρας και ο Έρωτας (θεογ. 125). Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, τόπος κατοικίας των Ερινυών, της Περσεφόνης και όλων των ασεβών.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ερεβώδης», σ. 308. https://navalhistory.gr/lexiko/ερεβωδησ/