Ερατώ
η, ουσ.
- (μυθολ.) α) θαλασσινή θεότητα, μία από τις πενήντα [ίσως και περισσότερες] κόρες του Νηρέα και της Δωρίδας [Ησίοδος, Θεογονία], β) μία από τις Εννέα Μούσες της ελληνικής μυθολογίας, προστάτιδα της λυρικής ποίησης
- (αστρον.) μεγάλος αστεροειδής της Κύριας Ζώνης Αστεροειδών.
Ετυμολογία
< Ἐρατώ < ἔρως.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «Ερατώ», σ. 306. https://navalhistory.gr/lexiko/ερατω/