navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έσπερος

έσπερος

ο, ουσ. [χωρίς πληθ.]

  1. (ως επίθ.) αυτός που ανήκει στην εσπέρα, εσπερινός
  2. (φρ.) «έσπερος θεός», ο θεός του σκότους, δηλ. ο Άδης ή ο Θάνατος
  3. [ως κύρ. όν.] α) (αστρον.) ο πλανήτης Αφροδίτη, το αστέρι που γίνεται αντιληπτό πρώτο από όλα τα άλλα μόλις σκοτεινιάσει, ο αποσπερίτης, β) (μυθολ.) ο *Έσπερος, πρόσωπο της ελληνικής μυθολογίας.

Μυθολογια

Έσπερος - Vesper. Οι αρχαίοι Έλληνες φαντάστηκαν πως ο πλανήτης Αφροδίτη – Venus - χωρίστηκε σε δύο θεϊκά πλάσματα, δυο όμορφους νέους, τον Έσπερο και τον Εωσφόρο, που κρατώντας δαυλί στο χέρι ο πρώτος αναγγέλλει τη νύχτα κι ο δεύτερος την Αυγή. Για τον Διόδωρο, αδελφός του Άτλαντα και πατέρας των επτά Εσπερίδων ή Ατλαντίδων. Διακρινόταν για τη σεμνότητα, την ευσέβεια και την φιλανθρωπία του. Κάποτε, ανέβηκε στην κορυφή του όρους Άτλαντος κι από εκεί, αφού τον πήραν οι άνεμοι, έγινε θεός κι απόκτησε εξουσία σ’ ένα αστέρι που, από τότε, διαλαλεί τον ερχομό της νύχτας.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έσπερος», σ. 311. https://navalhistory.gr/lexiko/εσπεροσ/