αλκοόλ
το, άκλ. ουσ.
- (χημ.) α) ελλην. οινόπνευμα, β) κάθε ποτό που περιέχει οινόπνευμα
- (μτφ.) το λεπτεπίλεπτο, το αερώδες.
Ετυμολογία
< γαλλ. alcool < νεολατιν. alcohol < αραβ. al cohol και al kohl και al-kuhl (=αντιμόνιο σε σκόνη που χρησιμεύει στη βαφή ματιών).
Παράγωγα
αλκοολικός, αλκοολική, αλκοόλη, αλκοολίκι.
Σύνθετα
αλκοολομέτρηση, αλκοολομετρικός, αλκοολούχος, αλκοτέστ, αλκολισμός, αλκοομέλι, αλκοολόμετρο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλκοόλ», σσ. 65-66. https://navalhistory.gr/lexiko/αλκοολ/