αναθυμίαση
Και: αναθυμιά
η, [συνήθως στον πληθ. αναθυμιάσεις] ουσ.
(χημ.) δηλητηριώδη αέρια που διοχετεύονται στην ατμόσφαιρα, συνών. αναδοσιά, αναδωμός.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀναθυμίασις < ἀναθυμιῶ < ἀνα- + θυμιάω, -ῶ, [= βγάζω καπνούς].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναθυμίαση και αναθυμιά», σ. 78. https://navalhistory.gr/lexiko/αναθυμιαση-και-αναθυμια/