navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αναγωγή

αναγωγή

η, ουσ.

  1. μετάθεση, μεταφορά
  2. ανάταση, άρση
  3. (φιλοσ.) η αναζήτηση της αρχικής αιτίας
  4. (μαθημ.) ο μετασχηματισμός κάποιου στοιχείου σε άλλο πιο απλό πάντοτε όμως ισοδύναμο
  5. (χημ.) η αφαίρεση οξυγόνου από μία χημική ένωση ή η προσθήκη υδρογόνου σ’ αυτή.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀνάγω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναγωγή», σ. 77. https://navalhistory.gr/lexiko/αναγωγη/