αναγωγή
η, ουσ.
- μετάθεση, μεταφορά
- ανάταση, άρση
- (φιλοσ.) η αναζήτηση της αρχικής αιτίας
- (μαθημ.) ο μετασχηματισμός κάποιου στοιχείου σε άλλο πιο απλό πάντοτε όμως ισοδύναμο
- (χημ.) η αφαίρεση οξυγόνου από μία χημική ένωση ή η προσθήκη υδρογόνου σ’ αυτή.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀνάγω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναγωγή», σ. 77. https://navalhistory.gr/lexiko/αναγωγη/