αλουμίνα
η, ουσ.
- (χημ.) φυσικό ή συνθετικό οξείδιο αργιλίου που χρησιμοποιείται στην παρασκευή αλουμινίου, με ποικίλες βιομηχανικές χρήσεις (για παραγωγή γυαλιού, αλουμινίου, κεραμικών, ελαστικού κ.ά.)
- (συνεκδ.) το εργοστάσιο παραγωγής προϊόντων αλουμινίου.
Ετυμολογία
< γαλλ. alumine < νεολατιν. alumina < λατιν. alumen [= στύψη].
Παράγωγα
αλουμινάς.
Σύνθετα
αλουμινόχαρτο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλουμίνα», σ. 68. https://navalhistory.gr/lexiko/αλουμινα/