navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αλουμίνα

αλουμίνα

η, ουσ.

  1. (χημ.) φυσικό ή συνθετικό οξείδιο αργιλίου που χρησιμοποιείται στην παρασκευή αλουμινίου, με ποικίλες βιομηχανικές χρήσεις (για παραγωγή γυαλιού, αλουμινίου, κεραμικών, ελαστικού κ.ά.)
  2. (συνεκδ.) το εργοστάσιο παραγωγής προϊόντων αλουμινίου.

Ετυμολογία

< γαλλ. alumine < νεολατιν. alumina < λατιν. alumen [= στύψη].

Παράγωγα

αλουμινάς.

Σύνθετα

αλουμινόχαρτο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλουμίνα», σ. 68. https://navalhistory.gr/lexiko/αλουμινα/