navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αλκάλιο

αλκάλιο

το, ουσ. [γεν. -ίου] [συνήθως στον πληθ.]

(χημ.) καθένα από τα υδροξείδια διαφόρων μετάλλων.

Ετυμολογία

< γαλλ. alcali < αραβ. alquali [= θαλάσσιο φυτό από όπου παρασκευάζεται η ανθρακική σόδα].

Παράγωγα

αλκαλικός, αλκαλικότητα, αλκάλωση και αλκαλίνωση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλκάλιο», σ. 65. https://navalhistory.gr/lexiko/αλκαλιο/