αμάλγαμα
το, ουσ.
- (χημ.) κράμα υδραργύρου με άλλο μέταλλο
- (μτφ.) μπέρδεμα διαφορετικών πραγμάτων αλλά και καταστάσεων που δεν είναι εύκολο να βγάλει κανείς άκρη, συνών. συνονθύλευμα, ανακάτωμα, μωσαϊκό, συγχώνευση.
Ετυμολογία
α) (αντιδάνειο) < γαλλ. amalgame < μσν. λατιν. amalgama, παραλλαγμένος τ. του λατιν. malagma [= μαλακώνω, κατάπλασμα] < μάλαγμα < μαλάσσω (ετυμολογική εκδοχή που καταγράφεται στο λεξικό του καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη), ή β) γαλλ. amalgame < μσν. λατιν. amalgama < αραβ. ρίζα.
Παράγωγα
αμαλγαμάτωση, αμαλγάμωση.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμάλγαμα», σσ. 69-70. https://navalhistory.gr/lexiko/αμαλγαμα/