navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αμάλγαμα

αμάλγαμα

το, ουσ.

  1. (χημ.) κράμα υδραργύρου με άλλο μέταλλο
  2. (μτφ.) μπέρδεμα διαφορετικών πραγμάτων αλλά και καταστάσεων που δεν είναι εύκολο να βγάλει κανείς άκρη, συνών. συνονθύλευμα, ανακάτωμα, μωσαϊκό, συγχώνευση.

Ετυμολογία

α) (αντιδάνειο) < γαλλ. amalgame < μσν. λατιν. amalgama, παραλλαγμένος τ. του λατιν. malagma [= μαλακώνω, κατάπλασμα] < μάλαγμα < μαλάσσω (ετυμολογική εκδοχή που καταγράφεται στο λεξικό του καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη), ή β) γαλλ. amalgame < μσν. λατιν. amalgama < αραβ. ρίζα.

Παράγωγα

αμαλγαμάτωση, αμαλγάμωση.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμάλγαμα», σσ. 69-70. https://navalhistory.gr/lexiko/αμαλγαμα/