αμμωνία
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- (χημ.) άχρωμο αέριο με πολύ έντονη οσμή, πολύτιμο στην παραγωγή χημικών προϊόντων όπως: φάρμακα, λιπάσματα, εκρηκτικές ύλες κ.λπ.
- (φαρμ.) υδατικό διάλυμα χρήσιμο: α) σαν αντίδοτο για τα τσιμπήματα των εντόμων, β) για τον καθαρισμό υφασμάτων, κ.λπ.
- (ζαχαρ.) σκόνη της ζαχαροπλαστικής.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < νεολατιν. ammonia < λατιν. ammoniacum < (ἅλας) Ἀμμωνιακόν (κόμμι) < [τοπων.] Αμμωνία, περιοχή της λιβυκής ερήμου η οποία βρισκόταν κοντά στο περίφημο ιερατείο του *Άμμωνος, θεού της αρχαίας αιγυπτιακής θρησκείας.
Παράγωγα
αμμωνιακός, αμμωνιούχος. ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Άμμων, προστάτης θεός της πόλης των Θηβών, της αρχαίας πρωτεύουσας της Αιγύπτου. Ταυτίστηκε με το θεό της εφορίας Μιν και αργότερα με το θεό Ρα. Οι ιερείς των ναών του είχαν μεγάλη πολιτική και θρησκευτική δύναμη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμμωνία», σ. 72. https://navalhistory.gr/lexiko/αμμωνια/