σχηματισμός
ο, ουσ.
- δημιουργία σχήματος ή μορφής, συνών. διαμόρφωση, διάπλαση, μορφοποίηση
- (στρατ.) διάταξη: α) των ανδρών ενός στρατιωτικού τμήματος, β) διάταξη πολεμικών πλοίων ή αεροσκαφών σύμφωνα με συγκεκριμένους κανόνες
- (γλωσσ.) ο τρόπος κλίσεως κλιτών μερών του λόγου
- (φρ.) «αναδρομικός σχηματισμός».
Ετυμολογία
< σχηματίζω.
Σύνθετα
ανασχηματισμός, μετασχηματισμός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σχηματισμός», σ. 814. https://navalhistory.gr/lexiko/σχηματισμοσ/